εύπηχυς

εὔπηχυς, -υ (Α)
1. αυτός που τα χέρια του έχουν ωραίους πήχεις, ωραίους βραχίονες
2. επίθ. τής Αθηνάς («εὔπηχυν Ἀθήνην», Ριαν.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + πήχυς «βραχίονας»].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εὔπηχυς — with beautiful arms masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐπήχει — εὔπηχυς with beautiful arms masc/neut dat sg εὐπήχεϊ , εὔπηχυς with beautiful arms masc/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐπήχεις — εὔπηχυς with beautiful arms masc nom pl (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὔπηχυν — εὔπηχυς with beautiful arms masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.